ἔκπνοος

ἔκ-πνοος, ον, [var] contr. [suff] ἔκ-πνους, ουν,
A breathless, lifeless, Str.14.1.44.
II breathing out, exhaling, Hp.Epid.6.6.1 ;

ἔ. μύρων

smelling of..,

Posidipp.

ap.Ath.13.596c.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἔκπνοος — breathless masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔκπνοον — ἔκπνοος breathless masc/fem acc sg ἔκπνοος breathless neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • έκπνους — ἔκπνους, ουν και ἔκπνοος, οον (AM) αυτός που εκπνέει μσν. φρ. «γίνομαι ἔκπνοος» χάνω τη μυρωδιά μου αρχ. ο χωρίς πνοή, ο νεκρός …   Dictionary of Greek

  • ξέπνοος — η, ο αυτός που δεν έχει πνοή, που ανασαίνει ή μιλάει αργά και πολύ σιγά. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἔκπνοος (βλ. και λ. ξ[ε] )] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.